Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

«Μπουτάραμε» και πάλι….



Θα ήθελα από την αρχή να ομολογήσω ότι με πολλές απόψεις  του Δημάρχου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη διαφωνώ και απορώ με την ευκολία που τις διατυπώνει. Υπάρχουν και άλλες, λίγες που είναι ενδιαφέρουσες και βγαίνουν μέσα από την στάση ζωής του που δεν αποδέχομαι αλλά κατανοώ. Δεν γνωρίζω επίσης αν ο κ. Μπουτάρης είναι καλός Δήμαρχος γιατί δεν ζω στη Θεσσαλονίκη και δεν έχω προσωπική άποψη. Εκείνο που θα ήθελα να επισημάνω είναι πως ο Δήμαρχος μιας πόλης δεν έχει στο πλαίσιο της ευθύνης του την αρμοδιότητα να διαφωτίσει τους πολίτες για θέματα ιστορίας, να διδάξει την ιστορία πόσο μάλλον να επιχειρήσει να την ξαναγράψει. Στο σημείο που μπαίνει σε θέματα ιστορίας που αφορούν ευαίσθητα θέματα του ελληνισμού όταν δεν είναι αστείος και απλουστευτικός γίνεται επικίνδυνος. Από την άλλη εκείνο που πρέπει όλοι μας να διαφυλάξουμε είναι το δικαίωμα στον Γιάννη Μπουτάρη να λέει ελεύθερα ότι πιστεύει χωρίς τα λεγόμενα του να λογίζονται ως αλήθειες του ελληνισμού αλλά ως προσωπικές απόψεις που στις περισσότερες φορές δεν αγγίζουν αλλά αποστρέφουν την κοινή γνώμη. Και το σπουδαιότερο στα λεγόμενα του κ. Μπουτάρη πρέπει να απαντάμε μόνο με επιχειρήματα και θέσεις που καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς του. Όσα έγιναν την ημέρα μνήμης τη Γενοκτονίας των Ποντίων στη Θεσσαλονίκη είναι απαράδεκτα και καταδικαστέα. Πρέπει όμως πέρα από το γεγονός να στηλιτεύσουμε κάποια πράγματα που φαίνονται δευτερεύοντα αλλά έχουν σπουδαία σημασία.

Captain, my captain

 Χρήστος Μιχαηλίδης
Σε μια άκρη του κοιμητηρίου στάθηκα πλάι σε δύο κυβερνήτες της Aegean. Ο ένας πέταξε επάνω στο φέρετρο, που ήταν ήδη σκεπασμένο από λευκά άνθη, το πηλίκιό του. Ο άλλος, έβγαλε από το σακάκι την καρφίτσα με τα φτερά της εταιρείας, και μαζί με το πηλίκιο και αυτός, τα παρέδωσε στον πραγματικό καπετάνιο του, τον Θεόδωρο Βασιλάκη
Είδα ένα στεφάνι που τα λόγια επάνω στη κορδέλα μου φάνηκαν υπερβολικά: «Καλό ταξίδι, με τα φτερά της Aegean». Υπογραφή, ένας φίλος του. Αυτό, στην αρχή της κηδείας του Θεόδωρου Βασιλάκη, Σάββατο μεσημέρι, στη Κηφισιά.
Το ξέχασα, ώσπου είδα έξω από την πλαϊνή πόρτα της εκκλησίας στο Κεφαλάρι καμιά εικοσαριά πιλότους της εταιρείας να λένε στους ανθρώπους του γραφείου τελετών: «Εμείς θα μεταφέρουμε το φέρετρο». «Θέλουμε έξι», τους είπαν οι επαγγελματίες και δεν έμεινε ένας που να μην πει «εγώ».
Φορούσαν τη στολή τους και πλαισιώνονταν και από άλλα μέλη του πληρώματος. Ήταν οικογένεια.
«Για μας ήταν προσωπική απώλεια», μου είπε ο Δημήτρης Γερογιάννης, Διευθύνων Σύμβουλος της Aegean. «Είναι σαν να έχασα τον πατέρα μου», μού είπε ένα στέλεχος της εταιρείας, σε μια άκρη του κοιμητηρίου, λίγα λεπτά μετά την ταφή.
Εκεί, στάθηκα πλάι σε δύο κυβερνήτες που έτυχε να γνωρίσω το 2016 σε ένα ταξίδι παραλαβής ακόμη ενός καινούργιου αεροσκάφους της Aegean στη Τουλούζη. Ο ένας πέταξε επάνω στο φέρετρο, που ήταν ήδη σκεπασμένο από λευκά άνθη, το πηλίκιό του. Ο άλλος, έβγαλε από το σακάκι την καρφίτσα με τα φτερά της εταιρείας, και μαζί με το πηλίκιο και αυτός, τα παρέδωσε στον πραγματικό καπετάνιο του.
Τότε, ξαναθυμήθηκα τα λόγια επάνω στην κορδέλα του στεφανιού ενός φίλου του. Και εκ των υστέρων λέω πως αν υπάρχει πράγματι ταξίδι μετά θάνατον, ο Θόδωρος Βασιλάκης όντως πετάει προς τον προορισμό του με τα φτερά της Aegean. Δίχως υπερβολή.
«Στον αγαπημένο μας Πρόεδρο. Η Διοίκηση & το Προσωπικό της Aegean». Το τελευταίο στεφάνι, φεύγοντας από το κοιμητήριο.
Η οικογένειά του, τελικά, ήταν πελώρια. Και με μέλη που, εκ πρώτης όψεως, είναι αταίριαστα. Ήξερα ότι ο κύκλος ενός επιτυχημένου επιχειρηματία είναι πάντοτε μεγάλος, αλλά αυτός εδώ, μέσα από την μη συνοχή του, φαίνεται πως είχε, και έχει πλέον, μια απίστευτη δύναμη «συνάντησης αξιών».

Αγαπητέ Θεέ, δεν έχει χάρη σήμερα. Θα ξεκουραστείς.


Γράμμα Πέμπτο

Αγαπητέ Θεέ,
Σήμερα χειρουργήθηκε η Πέγκι Μπλου. Πέρασα δέκα τρομερά χρόνια. Είναι δύσκολη αυτή η δεκαετία των τριάντα· είναι η ηλικία της έγνοιας και των ευθυνών.
Τελικά, η Πέγκι δεν μπόρεσε να έρθει χτες τη νύχτα, γιατί η κυρία Ντικρί, η νυχτερινή αδελφή, έμεινε μαζί της για να την προετοιμάσει για τη νάρκωση. Το φορείο την πήρε γύρω στις οκτώ. Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά όταν είδα την Πέγκι να περνάει ξαπλωμένη πάνω στο φορείο, κι έτσι όπως είναι κοντούλη κι αδύνατη, ίσα που φαινόταν κάτω από τα πράσινα σεντόνια.
Η θεία Ροζ μου κράτησε το χέρι για να μην ταραχτώ.
«Γιατί ο Θεός σας, θεία Ροζ, τα επιτρέπει αυτά σε ανθρώπους όπως η Πέγκι κι εγώ;»
«Ευτυχώς που υπάρχετε, μικρέ μου Όσκαρ... Πόσο άσχημη θα ’ταν η ζωή χωρίς εσάς!»
«Όχι... δεν καταλαβαίνετε. Γιατί ο Θεός επιτρέπει να είμαστε άρρωστοι; Είναι κακός ή απλώς δεν είναι έξυπνος;»
«Η αρρώστια είναι σαν το θάνατο, Όσκαρ. Είναι γεγονός. Δεν είναι τιμωρία.»
«Πώς φαίνεται ότι δεν είστε άρρωστη!»
«Αχ και να ’ξερες, Όσκαρ...»
Αυτό με τσάκισε. Δε μου ’χε περάσει από το νου ότι η θεία Ροζ που είναι πάντα τόσο διαθέσιμη, τόσο περιποιητική, μπορούσε να έχει τα δικά της προβλήματα.
«Μη μου κρύβετε πράγματα, θεία Ροζ — έμενα μπορείτε να μου τα λέτε όλα. Είμαι σχεδόν τριάντα δύο ετών, έχω καρκίνο, η γυναίκα μου έκανε μια σοβαρή εγχείρηση — άρα, την έχω φάει τη ζωή με το κουτάλι.»
«Σ’ αγαπώ, Όσκαρ.»
«Κι εγώ. Τι μπορώ να κάνω για να σας λύσω τα προβλήματα; Θέλετε να σάς υιοθετήσω;»
«Να με υιοθετήσεις;»
«Ναι· όπως υιοθέτησα και τον Μπερνάρ όταν είδα ότι είχε τις μαύρες του.»
«Ποιος είναι ο Μπερνάρ;»
«Ο αρκούδος μου. Εκεί, στο ντουλάπι... πάνω στο ράφι. Είναι ο παλιός μου αρκούδος — δεν έχει πια ούτε μάτια ούτε στόμα ούτε μύτη, έχει αδειάσει σχεδόν ο μισός, κι είναι όλο σκισίματα. Σας μοιάζει λίγο. Τον υιοθέτησα το βράδυ που οι δύο χαζοί γονείς μου μού έφεραν έναν καινούργιο. Λες και υπήρχε περίπτωση να δεχτώ εγώ έναν καινούργιο αρκούδο! Καλύτερα να αντικαθιστούσαν εμένα μ’ ένα ολοκαίνουργιο αδελφάκι! Από κείνη τη μέρα τον υιοθέτησα. Θα του αφήσω ό,τι έχω και δεν έχω. Θέλω να υιοθετήσω κι εσάς, αν αυτό νομίζετε ότι θα σας κάνει καλό.»
«Μετά χαράς, Όσκαρ. Πιστεύω ότι θα μου κάνει πολύ καλό.»
«Κόλλα το, λοιπόν, θεία Ροζ!»

Το ανεξίτηλο του βαπτίσματος….Κωνσταντίνος Καρούσος...


Όταν ένας άνθρωπος βαπτιστή και μπει στην χορεία της στρατευόμενης Εκκλησίας, το μυστήριο αυτό, της αναγέννησης του στη νέα ζωή είναι ανεξίτηλο. Δηλαδή η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος πάνω του μένει για πάντα όποια τροπή και αν πάρει η ζωή του. Αυτή η ιδιότητα παραμένει ακόμα και για τους χριστιανούς που αποφασίζουν να εισέλθουν στον μοναχικό στίβο και κατά την διάρκεια της κουράς τους θα αλλάξουν το όνομα τους.

Το 1926, γεννήθηκε στο Βαρθολομιό  του Νομού Ηλείας ο πρωτότοκος γιός του Ιωάννη και της Θεοδώρας Καρούσου και πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Μετά τον Κωνσταντίνο ακολούθησαν οι τρείς αδερφές του Ευγενία, Παναγιώτα και Αικατερίνη. Ο πατέρας ήταν έμπορος σε εποχές δύσκολες όπου στις επαρχίες δεν υπήρχαν συγκοινωνιακά μέσα, ηλεκτρισμός, ύδρευση, σχολεία. Τα παιδία όμως μεγάλωναν με στοργή και αγάπη και οι γονείς τους πάσχιζαν για να τους δώσουν όλα τα εφόδια για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια καλύτερη ζωή. Ο Κωνσταντίνος Καρούσος παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού σχολείου Βαρθολομιού και δωδεκαετής αρίστευσε σε αυτό. Οι γονείς του τον προόριζαν να ακολουθήσει την ιατρική επιστήμη. Όπως όμως μαρτυρούν οι αδερφές του « εκείνος είχε πέσει στη θρησκεία και βρήκε μόνος του το δρόμο του Χριστού». Δεν ενδιαφερόταν για τίποτα άλλο παρά μόνο για τα θρησκευτικά βιβλία. Μέρα νύχτα διάβαζε θρησκευτικά βιβλία από την βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Αγίας Ελεούσας αλλά και κάποια παλιά βιβλία που είχε ο πατέρας του. Έμαθε την Αγία Γραφή καλά και ενδιαφερόταν μόνο για τα πνευματικά θέματα αφήνοντας το παιχνίδι και την ανεμελιά της νεότητας. 

Του Αγίου Κωνσταντίνου...κάποτε...


Όταν είσαι νεότερος και ανέμελος οι γιορτές είναι πάντα χαρούμενες και σημαντικές. Καθώς μεγαλώνεις είναι αναπόφευκτο να μετράς πληγές και απώλειες. Μπορεί να κουβαλάς περισσότερη εμπειρία αλλά η νοσταλγία σε κάνει πάντα να αναπολείς να θέλεις να δεις ποιος είσαι και που βρίσκεσαι. Τελικά οι γιορτές είναι μια ευκαιρία για να ανασυγκροτηθείς να ξανα βρείς τον εαυτό σου. Να μετρήσεις τα όνειρά σου. Να δεις αν πήραν σαρκα και οστά. Γιατί κάποια τα εγκατέλειψες και που οφείλεται η φυγή τους. Να μετρήσεις  φίλους και απουσίες.  Να γεφυρώσεις αποστάσεις. Να πάρεις αποστάσεις. Όλα αυτά τελικά είναι λόγια που φανερώνουν ότι μεγάλωσες. Πως έπαψες να βλέπεις τα πράγματα με τα μάτια του παιδιού  που βαθιά φωλιάζει μέσα σου. Του Αγίου Κωνσταντίνου κάποτε σηκωνόμασταν το πρωί για να πάμε στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο που πανηγύριζε και να κοινωνήσουμε στο ιερό από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς Καλλίνικο που γιόρταζε και αυτός το πρώτο του όνομα, τρέχοντας  μετά στο σχολείο για να κεράσουμε τους συμμαθητές μας και να δεχθούμε τα πειράγματα τους. Και το βράδυ βόλτα στο πασαλιμάνι για κουβέντα και παγωτό. Με μια βραδιά που ολοκληρωνόταν στα σκαλιά του Αγίου Βασιλείου με ατελείωτο τραγούδι και φωνές που αναστάτωναν τις γειτονιές. Σήμερα μετράς φίλους, εμπειρίες, όνειρά ανεκπλήρωτα, νέες και δύσκολες καταστάσεις και προσανατολίζεις τον εαυτό σου στα σημερινά δεδομένα. Του Αγίου Κωνσταντίνου...κάποτε...τότε που κάναμε κοινά όνειρά, τότε που θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο, τότε που εσύ, εγώ, ο άλλος ήταν ο κόσμος όλος. Χρόνια πολλά σε όλους. Γιατί κάθε γιορτή είναι μια καινούργια αρχή για όλους...

Κώστας Ζουρδός

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Ήταν ωραία μαζί σου σ’ εκείνη την ερημική εκκλησία…


Γράμμα Τέταρτο


Αγαπητέ Θεέ,
Πάει κι αυτό. Παντρεύτηκα. Έχουμε 21 Δεκεμβρίου, κι εγώ, παντρεμένος πια, μπαίνω στα τριάντα μου. Όσο για παιδιά, η Πέγκι Μπλου κι εγώ αποφασίσαμε ότι δεν είναι ακόμα ώρα. Στην πραγματικότητα, πιστεύω ότι δεν είναι έτοιμη. Όλα έγιναν την περασμένη νύχτα.
Γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα άκουσα το κλάμα της Πέγκι Μπλου. Ανασηκώθηκα στο κρεβάτι μου. Τα φαντάσματα! Η Πέγκι Μπλου βασανιζόταν από τα φαντάσματα, ενώ της είχα υποσχεθεί να τη φυλάω. Θα ’βαζε με το νου της ότι ήμουν ένας γελοίος, δε θα μου ξαναμιλούσε πια και θα ’χε δίκιο. Σηκώθηκα και πήγα προς τα εκεί απ’ όπου ακούγονταν κραυγές. Φτάνοντας στο δωμάτιο της Πέγκι, την είδα καθισμένη στο κρεβάτι της να με κοιτάει έκπληκτη. Μα κι εγώ είχα σαστισμένο ύφος, γιατί, ξαφνικά, είχα μπροστά μου την Πέγκι Μπλου να με κοιτάζει με κλειστό το στόμα, ενώ συνέχιζα ν’ ακούω φωνές. Έτσι προχώρησα μέχρι την επόμενη πόρτα, και τότε κατάλαβα ότι ήταν ο Μπέικον αυτός που στριφογύριζε στο κρεβάτι του γιατί τον πονούσαν τα εγκαύματα. Για μια στιγμή ένιωσα τύψεις, γιατί θυμήθηκα τη μέρα που είχα βάλει φωτιά στο σπίτι, στη γάτα, στο σκύλο, ακόμα και τη μέρα που είχα ψήσει τα χρυσόψαρα (τελικά, νομίζω ότι μάλλον έπρεπε να τα βράσω), αναλογίστηκα τι πρέπει να είχαν τραβήξει, κι είπα μέσα μου ότι, στο κάτω κάτω, καλύτερα που είχαν πεθάνει, απ’ το να βασανίζονται ατελείωτα με τις αναμνήσεις και τα εγκαύματα όπως ο Μπέικον, παρ’ όλες τις πλαστικές και τις αλοιφές.
Ο Μπέικον κουλουριάστηκε και σταμάτησε να κλαίει. Ξαναπήγα στης Πέγκι Μπλου.
«Δεν ήσουν εσύ, ε;» της είπα. «Πάντα νόμιζα ότι εσύ φωνάζεις τις νύχτες.»
«Κι εγώ νόμιζα ότι ήσουν εσύ.»
Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε σ’ αυτά που λέγαμε, σ’ αυτά που ακούγαμε! στην πραγματικότητα, ο καθένας σκεφτόταν τον άλλον εδώ και πολύ καιρό.
Η Πέγκι Μπλου έγινε ακόμα πιο μπλε, κάτι που σήμαινε ότι ένιωθε αμήχανα.
«Τι θα κάνεις τώρα, Όσκαρ;»
«Δεν ξέρω. Εσύ;»
Είναι να τρελαίνεσαι το πόσα κοινά σημεία έχουμε, πόσες κοινές ιδέες, πόσες ίδιες ερωτήσεις.
«Θες να κοιμηθείς μαζί μου;»
Είναι απίστευτα τα κορίτσια! Εγώ, μια τέτοια φράση, πριν την ξεστομίσω, θα τη γυρόφερνα στο νου μου ώρες, εβδομάδες, μήνες. Εκείνη μου την πέταξε έτσι, απλά, με τον πιο φυσικό τρόπο.
«Ο.Κ.». Κι ανέβηκα στο κρεβάτι της. Ήμαστε λίγο στριμωγμένοι, αλλά περάσαμε μια νύχτα υπέροχη. Η Πέγκι Μπλου μυρίζει φουντούκι, και το δέρμα της είναι απαλό· όχι όπως είναι το δικό μου μόνο κάτω από τα μπράτσα, αλλά παντού. Κοιμηθήκαμε πολύ, ονειρευτήκαμε πολύ, μείναμε για ώρες αγκαλιά, μιλήσαμε για τη ζωή μας.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Άκου τώρα τη χάρη της «ημέρας», θέλω να παντρευτώ την Πέγκι….


Γράμμα Τρίτο


Αγαπητέ Θεέ,
Σήμερα μπήκα στην εφηβεία. Τι να σού πρωτοπώ... Τσακώθηκα με τους φίλους μου, τσακώθηκα με τους γονείς μου—κι όλα αυτά, εξαιτίας των κοριτσιών. Απόψε δεν είμαι δυσαρεστημένος που έκλεισα τα είκοσι, γιατί λέω: ουφ! τα χειρότερα πέρασαν. Η εφηβεία; Ευχαριστώ πολύ — δε θα πάρω... Πρώτα απ’ όλα, Θεέ, σημειώνω ότι δεν ήρθες. Σήμερα, με όλα αυτά τα προβλήματα της εφηβείας που σού ’λεγα, κοιμήθηκα πολύ λίγο, οπότε αποκλείεται να μη σ’ έπαιρνα είδηση. Κι έπειτα, σ’ το ξαναλέω: αν έχω πάρει κάναν υπνάκο, σκούντα με.
Όταν ξύπνησα, η θεία Ροζ ήταν εδώ. Την ώρα που έτρωγα το πρωινό μου, μού διηγήθηκε τους αγώνες εναντίον της Βασιλικής Ρώγας, μιας βελγίδας παλαίστριας που κάθε μέρα κατέβαζε τρία κιλά ωμό κρέας κι ένα βαρέλι μπίρα. Απ’ ό,τι μου είπε η θεία Ροζ, το πιο ισχυρό σημείο της Βασιλικής Ρώγας ήταν το χνώτο της, λόγω της ζύμωσης κρέατος-μπίρας, και μόνο αυτό αρκούσε για να ρίξει τις αντιπάλους της στο καναβάτσο. Για να τη νικήσει, η θεία Ροζ χρειάστηκε να επινοήσει ένα κόλπο: φόρεσε μια κουκούλα, τη μούσκεψε στη λεβάντα και πήρε τ’ όνομα η Βασανίστρια του Καρπεντρά. Το κατς, λέει πάντα, δε θέλει μόνο μούσκουλα, αλλά και μυαλό.
«Ποιον αγαπάς πολύ, Όσκαρ;»
«Εδώ; Στο νοσοκομείο;»
«Ναι.»
«Τον Μπέικον, τον Αϊνστάιν, τον Ποπ Κορν.»
«Κι απ’ τα κορίτσια...;»
Αυτή η ερώτηση με βραχυκύκλωσε. Δε γούσταρα ν’ απαντήσω. Όμως η θεία Ροζ περίμενε, και μπροστά σε μια διεθνούς κλάσεως παλαίστρια του κατς δεν μπορείς να το παίζεις τρελός για πολλή ώρα.
«Την Πέγκι Μπλου.»
Η Πέγκι Μπλου είναι το μπλε παιδάκι. Μένει στο προτελευταίο δωμάτιο, στο βάθος του διαδρόμου. Χαμογελάει ευγενικά, αλλά δε μιλάει σχεδόν ποτέ — σαν μια νεράιδα που έκανε μια στάση στο νοσοκομείο να πάρει μιαν ανάσα. Πάσχει από μια περίεργη ασθένεια, την μπλε ασθένεια, ένα πρόβλημα με το αίμα που, ενώ θα ’πρεπε να πηγαίνει στους πνεύμονες, δεν πηγαίνει, κι όλο το δέρμα γίνεται μπλε. Περιμένει μια εγχείρηση που θα την κάνει ροζ. Εγώ πιστεύω πως είναι κρίμα· μια χαρά είναι έτσι μπλε η Πέγκι Μπλου. Γύρω της είναι πολύ φως και γαλήνη — όταν πας κοντά της, είναι σαν να μπαίνεις σε εκκλησία.
«Της το ’χεις πει;»
«Δεν υπάρχει περίπτωση να πάω να στηθώ μπροστά της και να της πω! "Πέγκι Μπλου, σ’ αγαπώ πολύ".»
«Και γιατί, παρακαλώ;»
«Πρώτα απ’ όλα, γιατί δεν ξέρω αν ξέρει ότι υπάρχω.»
«Ένας λόγος παραπάνω.»
«Έχετε δει πώς είμαι; Θα πρέπει να της αρέσουν οι εξωγήινοι, και δεν είμαι πολύ σίγουρος γι’ αυτό.»
«Εγώ σε βρίσκω πολύ όμορφο, Όσκαρ.»
Στο σημείο αυτό, η θεία Ροζ πάτησε λίγο φρένο στη συζήτηση. Είναι ευχάριστο ν’ ακούς τέτοια πράγματα, σού σηκώνεται η τρίχα, άλλα δεν έχεις τι να πεις.
«Δε θέλω να τη γοητεύσω μόνο με την εμφάνιση μου, θεία Ροζ.»
«Τι αισθάνεσαι γι’ αυτήν;»
«Θέλω να την προστατέψω απ’ τα φαντάσματα.»

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

«Όταν έχεις κάτι να μου αναγγείλεις, μη το κάνεις τόσο απότομα, σήμερα που έκλεισα τα πέντε…»



Γράμμα Δεύτερο


Αγαπητέ Θεέ,                                                                                                                                          Μπράβο! Είσαι τέλειος! Πριν καλά-καλά ταχυδρομήσω το γράμμα, μου απάντησες. Μα πώς το κάνεις; Σήμερα το πρωί, έπαιζα σκάκι με τον Αϊνστάιν στην αίθουσα ψυχαγωγίας, όταν ήρθε ο Ποπ Κορν και μου είπε!
«Έχουν έρθει οι γονείς σου.»
«Οι γονείς μου; Αποκλείεται. Οι γονείς μου έρχονται κάθε Κυριακή.»
«Είδα το αυτοκίνητο: ένα κόκκινο τζιπ με άσπρη κουκούλα.»
«Αποκλείεται.»
Σήκωσα τους ώμους και συνέχισα να παίζω σκάκι με τον Αϊνστάιν. Όμως, επειδή είχα το μυαλό μου αλλού, ο Αϊνστάιν μου ’φαγε όλα τα πιόνια, κι αυτό με εκνεύρισε ακόμα πιο πολύ. Τον Αϊνστάιν δεν τον λέμε Αϊνστάιν επειδή είναι πιο έξυπνος από τους άλλους, αλλά επειδή έχει ένα κεφάλι διπλάσιο απ’ το δικό μας — σαν να ’χει μέσα νερό. Κρίμα, γιατί, αν όλο αυτό ήταν μυαλό, θα μπορούσε να κάνει μεγάλα πράγματα ο Αϊνστάιν. Όταν κατάλαβα ότι θα έχανα, εγκατέλειψα το παιχνίδι και πήγα στο δωμάτιο του Ποπ Κορν, που το παράθυρο του έβλεπε στο πάρκινγκ. Δεν έλεγε ψέματα: είχαν έρθει οι γονείς μου. Πρέπει να σού πω, Θεέ, ότι οι γονείς μου κι εγώ μένουμε μακριά. Αυτό, δεν το καταλάβαινα όταν έμενα εκεί, αλλά τώρα που δεν μένω πια εκεί, μού φαίνεται πως είναι αρκετά μακριά. Έτσι οι γονείς μου μπορούν να ’ρχονται να με βλέπουν μόνο μια φορά την εβδομάδα, κάθε Κυριακή, γιατί την Κυριακή δεν δουλεύουν, ούτε κι εγώ.
«Βλέπεις ότι είχα δίκιο;» είπε ο Ποπ Κορν. «Πόσα μου δίνεις που σε ειδοποίησα;»
«Έχω σοκολάτες με φουντούκια.»
«Δεν έχεις πια φράουλες Tagada;»
«Όχι.»
«Ο.Κ.: σοκολάτες.»
Όπως καταλαβαίνεις, δε μας επιτρέπουν να δίνουμε στον Ποπ Κορν να τρώει, αφού είναι εδώ για να αδυνατίσει. Είναι εννιά χρονών κι είναι ενενήντα οκτώ κιλά, ένα και δέκα ύψος κι ένα και δέκα φάρδος! Το μοναδικό ρούχο που του κάνει, είναι ένα αμερικάνικο φούτερ. Και πάλι, οι ρίγες του είναι θεόστραβες. Επειδή, όμως, ούτε εγώ κι ούτε και κανένας απ’ τους φίλους μου πιστεύουμε ότι θα πάψει ποτέ να ’ναι χοντρός, κι επειδή τον λυπόμαστε που πεινάει τόσο πολύ, του δίνουμε πάντα ό,τι μας περισσεύει. Και τι να κάνει μια σοκολάτα σε τόσο λίπος! Αν έχουμε άδικο που τον ταΐζουμε, ας σταματήσουν και οι αδελφές να του χώνουν υπόθετα. Γύρισα στο δωμάτιο μου για να περιμένω τους γονείς μου. Στην αρχή, δεν κατάλαβα πόσος χρόνος είχε περάσει, γιατί ήμουν λαχανιασμένος, αλλά μετά συνειδητοποίησα ότι είχε περάσει τόσος χρόνος όσος για να πάνε και να έρθουν στο δωμάτιο μου δεκαπέντε φορές. Ξαφνικά, κατάλαβα πού ήταν. Βγήκα στο διάδρομο. Όταν δεν μ’ έβλεπε κανείς, κατέβηκα τη σκάλα, κι ύστερα, μες στο μισοσκόταδο, περπάτησα μέχρι το γραφείο του γιατρού Ντίσελντορφ. Ήταν εκεί. Άκουγα τις φωνές τους πίσω από την πόρτα. Όπως ήμουν εξαντλημένος απ’ τις σκάλες, χρειάστηκα λίγο χρόνο για να πάρω ανάσα, και τότε ήρθε η καταστροφή: άκουσα αυτό που δεν έπρεπε ν’ ακούσω. Η μητέρα μου έκλαιγε με λυγμούς, ο γιατρός Ντίσελντορφ επαναλάμβανε: «Δοκιμάσαμε τα πάντα... πιστέψτε με... δοκιμάσαμε τα πάντα», και ο πατέρας μου έλεγε με τρεμάμενη φωνή: «Το ξέρω, γιατρέ, το ξέρω».
Έμεινα με το αφτί κολλημένο στη σιδερένια πόρτα. Δεν ξέρω τι ήταν πιο παγωμένο! το μέταλλο ή εγώ.

Λήξη των 5 Σχολών Γονέων της Μητροπόλεως Πειραιώς, 18 Μαΐου 1992…


Για 10η συνεχή χρονιά λειτούργησαν οι 5 Σχολές Γονέων της Μητροπόλεως Πειραιώς με μεγάλη επιτυχία και με ικανοποιητική συμμετοχή γονέων που ενημερώθηκαν από καταρτισμένους επιστήμονες για όλα τα θέματα που τους απασχολούν. Η πανηγυρική εκδήλωση για τη λήξη της περιόδου 1991-1992 πραγματοποιήθηκε στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Πειραιώς με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς Καλλίνικο να αναφέρετε κατά την ομιλία του στην κρισιμότητα των καιρών και στις μεγάλες ευθύνες που επωμίζονται οι γονείς.


Κώστας Ζουρδός

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

"Αν ο ήλιος πεθάνει..."


Το 1965 η Οριάνα Φαλάτσι γράφει ένα βιβλίο στο οποίο παρουσιάζει τη μάχη του διαστήματος ανάμεσα στους Αμερικανούς και στους Σοβιετικούς στο απόγειό της, έχοντας ζήσει για ένα διάστημα σε βάσεις της NASA. Περιγράφει τα πειράματα των επιστημόνων και των αστροναυτών, τις απογοητεύσεις και τις ελπίδες τους. Η Φαλάτσι είναι μια δυναμική Δημοσιογράφος που δεν διστάζει να διακηρύξει την αλήθεια ακόμα και στις δυσκολότερες συνθήκες. Και το απέδειξε σε μια συνέντευξη που άφησε εποχή.

"Αγαπητέ Θεέ,....."


Γράμμα Πρώτο  


 Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σού γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο. Σού το λέω ευθύς εξαρχής: σιχαίνομαι να γράφω. Για να γράψω, πρέπει πραγματικά να είμαι αναγκασμένος να το κάνω· γιατί το γράψιμο είναι γιρλάντα και στολίδι και μεταξωτή κορδέλα. Τι άλλο είναι το γράψιμο από ένα ωραιοποιημένο ψέμα; Το γράψιμο είναι για τους μεγάλους. Θες να σ’ το αποδείξω; Ξανακοιτά λίγο πιο πάνω και δες πώς αρχίζω το γράμμα μου! «Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σού γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο». Ε, δε θα μπορούσα να γράψω: «Με φωνάζουν Γλόμπο, δε δείχνω παραπάνω από επτά, μένω στο νοσοκομείο λόγω του καρκίνου μου, και δεν σού ’χω απευθύνει ποτέ το λόγο γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχεις»; Βέβαια, αν το γράψω αυτό, την πάτησα, γιατί θα δείξεις λιγότερο ενδιαφέρον για μένα. Κι εγώ το ’χω ανάγκη το ενδιαφέρον σου. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα ’θελα να βρεις χρόνο να μου κάνεις και δυο-τρεις χάρες. Εξηγούμαι: Το νοσοκομείο, δε λέω, είναι ένα μέρος παρά πολύ συμπαθητικό, γεμάτο ευχάριστους μεγάλους που μιλάνε δυνατά, γεμάτο παιχνίδια και ροζ κυρίες που τους αρέσει να διασκεδάζουν με τα παιδιά, γεμάτο φίλους που είναι πάντα εκεί όταν τους θέλεις, όπως ο Μπέικον, ο Αϊνστάιν ή ο Ποπ Κορν. Για να μη σ’ τα πολυλογώ, το νοσοκομείο είναι μια χαρά για έναν άρρωστο που το διασκεδάζει. Εγώ, όμως, δεν το διασκεδάζω πια. Από τότε που μου έκαναν τη μεταμόσχευση, το καταλαβαίνω: δεν το διασκεδάζω πια. Κάθε πρωί που μ’ εξετάζει ο γιατρός Ντίσελντορφ, δεν το αντέχω πια, τον απογοητεύω. Με κοιτάζει αμίλητος, σαν να ’χα κάνει καμιά αταξία. Κι όμως, ήμουν τόσο συνεργάσιμος στην εγχείρηση! Καθόμουν φρόνιμος, τους άφησα να με κοιμίσουν, πόνεσα και δε φώναξα, πήρα όλα μου τα φάρμακα. Είναι κάτι μέρες, όμως, που έτσι μου έρχεται να του φωνάξω κατάμουτρα, να του πω ότι μπορεί να φταίει κι αυτός ο ίδιος, ο γιατρός Ντίσελντορφ με τα μαύρα φρύδια, να φταίει αυτός που απέτυχε η εγχείρηση. Μα παίρνει εκείνο το δυστυχισμένο ύφος του, και δε μου πάει να τον βρίσω.

Στελέχη της Μητροπόλεως Πειραιώς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 15-21 Μαΐου 1995…



 Στελέχη της Μητροπόλεως Πειραιώς καθώς επίσης και μέλη του Συνδέσμου Επιστημόνων Πειραιώς με επικεφαλής τον Πρωτοσύγκελο της Μητροπόλεως Πειραιώς Αρχιμανδρίτη Ιγνάτιο Γεωργακόπουλο επισκέφθηκαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο. Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία και μετά από πρόσκληση του Πειραιώτη Ευρωβουλευτή κ. Παύλου Σαρλή. Κατά την διάρκεια του προγράμματος της τα στελέχη της Μητροπόλεως Πειραιώς, ξεναγήθηκαν στους χώρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συμμετείχαν στην εωθινή ακολουθία και ξεναγήθηκαν στην πόλη του Στρασβούργου και στην ιστορική πόλη της Χαιδελβέργης. Τα 45 στελέχη της Μητροπόλεως Πειραιώς ταξίδεψαν μέσω του Λουξεμβούργου στο Βέλγιο  με τελικό προορισμό της Βρυξέλλες και ξεναγήθηκαν στα αξιοθέατα της πόλης. Επίσης, επισκέφθηκαν και το Βατερλώ, όπου διεξήχθη η περίφημη μάχη.

Κώστας Ζουρδός

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Το παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ….Ο Martin Hudacek και η Φαλάτσι…



Το γλυπτό της φωτογραφίας είναι ένα εξαιρετικό έργο τέχνης από έναν σπουδαίο νεαρό Σλοβένο γλύπτη τον Martin Hudacek, ο οποίος το ονόμασε : « Στο παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ…». Ο Martin Hudacek περιγράφει ὁ ίδιος για το έργο του: «Κύριος σκοπός μου στη δημιουργία αυτού του γλυπτού ήταν, όχι να γίνω διάσημος, άλλα για να φανεί η σημαντική αξία της ανθρώπινης ζωής και την ανάγκη για την προστασία της, ακόμα από τη σύλληψη». Το έργο αυτό είναι μοναδικό με μερικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η μάνα φαίνεται γονατιστή και μετανιωμένη με αιμάτινες αποχρώσεις που φανερώνουν τον πόνο που προξένησε και το παιδί διάφανο αποτυπώνοντας την απουσία ύπαρξης από την απόφαση της μάνας που όμως την έχει συγχωρέσει και της το δείχνει με ένα χάδι.

Η Μητρόπολη Πειραιώς κοντά στους υποψηφίους των ΑΕΙ και ΤΕΙ, 15 Μαΐου 2004



Όπως κάθε χρόνο, τελέσθηκε από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς Καλλίνικο Θεία Λειτουργία για τους υποψηφίους των Πανελληνίων Εξετάσεων της Β΄ και Γ΄ Λυκείου για την εισαγωγή τους στα ανώτατα και ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Στη Θεία Λειτουργία που τελέσθηκε στο Παρεκκλήσιο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, κάτωθι του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίας Τριάδος Πειραιώς, ο Σεβασμιώτατος ευχήθηκε καλή επιτυχία στη σημαντική αυτή προσπάθεια των παιδιών. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ο Σεβασμιώτατος κ. Καλλίνικος διένειμε ενθύμια ενώ προσφέρθηκε κέρασμα σε όλους στο Πνευματικό Κέντρο του Ναού.


Κώστας Ζουρδός

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Επίσκεψη του Πατριάρχη Βουκουρεστίου στην Μητρόπολη Πειραιώς, 14 Μαΐου 1998…



Ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Βουκουρεστίου κ Θεόκτιστος ευρισκόμενος στην Αθήνα για την ενθρόνιση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλου επισκέφτηκε ανεπισήμως την Μητρόπολη Πειραιώς και παρακάθισε σε γεύμα, που του παρέθεσε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Καλλίνικος. Κατά την διάρκεια της επισκέψεως μεταξύ των δύο Ιεραρχών έγινε ανταλλαγή σοβαρών εκκλησιαστικών σκέψεων και σφυρηλατήθηκε ακόμα περισσότερη η παλαιά γνωριμία και φιλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Καλλίνικου με τον Πατριάρχη Βουκουρεστίου κ Θεόκτιστο.

Ο υπέροχος π. Τζέιμς Μάρτιν…




Κάθε χρόνο διοργανώνεται μια γιορτή μόδας γνωστή σαν Met Gala και έχει θέμα τη  σχέση μόδας και Βατικανό. Οι καλεσμένοι ντύνονται, ανεξάρτητα από άνδρες και γυναίκες, σε Πάπες, Πρίγκιπες, Σταυροφόροι, Μαντόνες, Ιππότες. Ο π. Τζέιμς Μάρτιν, ιερέας της καθολικής εκκλησίας, θέλησε να δώσει το δικό του στίγμα στην γιορτή. Έβαλε τα άμφια του και παρουσιάστηκε στην εκδήλωση. Στην είσοδο με το που τον είδαν οι διοργανωτές του είπαν με θαυμασμό: « Είστε πολύ όμορφα ντυμένος μας αρέσει το κουστούμι σας. Ωραία ιδέα να ντυθείτε παπάς.» Η ιδέα πως ήταν αληθινός παπάς δεν πέρασε σε κανέναν. Με την αυθεντικότητα του ο π. Τζέιμς Μάρτιν αλλά και με το χιούμορ του αποτύπωσε την διάσταση της ιεροσύνης που χωράει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής φτάνει να μην εκφυλίζετε και να μένει ατόφια. Και κάτι τελευταίο, πηγή για σκέψη και προβληματισμό. Ένα τέτοιο περιστατικό πόσο θα «χώραγε» στις δικές μας συνήθειες. Δύσκολή αν και αυτονόητη η απάντηση….

Κώστας Ζουρδός

" Το φιλί" η υπέροχη φωτογραφία του Παναγή Χρυσοβέργη...



 Τρία βραβεία κατέκτησε τις προάλλες ο Έλληνας φωτογράφος Παναγής Χρυσοβέργης στο διεθνή διαγωνισμό φωτογραφίας EPA (Events Photography Awards). Ο Χρυσοβέργης πήρε την πρώτη θέση στην κατηγορία Private Events για τη φωτογραφία του «Το Φιλί», την πρώτη θέση στην κατηγορία People’s Choice και τη δεύτερη θέση στο γενικό διαγωνισμό. Ο 5ος διαγωνισμός φωτογραφίας EPA, πραγματοποιήθηκε πριν λίγες μέρες στο Βρετανικό Μουσείο και ο Παναγής Χρυσοβέργης ευχαρίστησε τους πάντες για την στήριξη και τα καλά του λόγια μέσα από την σελίδα του στο Facebook. Λέει ο ίδιος: «Ο ρόλος μου ως φωτογράφος που διηγείται ιστορίες είναι να παγώσω τη μνήμη και να την μετατρέψω σε εικόνες. Οι πελάτες μου συχνά αναρωτιούνται πότε συνέβη αυτό, αφού αυτοί δεν το θυμούνται. Αυτός είναι ο στόχος μου: να τους δείξω ότι υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα, πίσω από όλες αυτές τις καθημερινές στιγμές που μπορούμε πολύ εύκολα να χάσουμε. Είναι η συναισθηματική πραγματικότητα, όπου η κάμερα είναι το εργαλείο που παγώνει τον χρόνο, εξαγάγει τις μνήμες και τις αποθηκεύει στο μέλλον. Πάντα εξηγώ ότι δεν μας ανήκουν αυτές οι φωτογραφίες, απλά τις δανειστήκαμε από τα παιδιά μας. Για να μετατρέψεις μια απλή φωτογραφία σε κάτι καλλιτεχνικό, πρέπει να απομακρυνθείς από την πραγματικότητα ώστε να δώσεις μια πολύ πιο γενική έννοια από αυτήν που η πραγματικότητα αντιπροσωπεύει. Η φωτογραφία με το φιλί ήταν για τους πελάτες μου μια οικεία στιγμή. Για μας όμως είναι κάτι πολύ περισσότερο από τα πρόσωπα της φωτογραφίας. Φυσικά ως επαγγελματίας η προσέγγισή μου είναι πολύ ευαίσθητη και πάντα ζητώ την άδεια των πελατών μου πριν δημοσιεύσω μια φωτογραφία.» 


“Μαμά, δεν θα σου πάρω λουλούδια γιατί…”

Ρομίνα Ξύδα

Θυμάμαι το βλέμμα της, την πρώτη φορά που στάθηκα απέναντί της με μία ανθοδέσμη γεμάτη κατακόκκινα τριαντάφυλλα να πνίγουν την αγκαλιά και το μπόι μου. Βλέμμα γεμάτο παράπονο. Θα' μουν δεν θα μουν δέκα χρονών.

Εκείνη, να μαζεύει από το πάτωμα τα κομμάτια του σπασμένου μου κουμπαρά απ' όπου είχα εκταμιεύσει εκατό ολόκληρες δραχμές για να τις “καταθέσω” στο πλησιέστερο ανθοπωλείο της γειτονιάς και στο όνομα της “γιορτής της μητέρας”, εγώ να κοιτάζω τα μάτια της, μάτια βυθισμένα στο παράπονο: “Γιατί κορίτσι μου το έκανες αυτό; Είναι πολύ όμορφα τα λουλούδια που μου αγόρασες, αλλά γιατί; Μπορούσες να κόψεις μια μαργαρίτα, να μου δώσεις ένα φιλί! Ξέρεις πόσο πολύτιμο, πόσο ακριβό είναι για μένα ένα σου μόνο φιλί; Σε παρακαλώ, δεν θέλω ποτέ να μου ξαναγοράσεις λουλούδια. Όλα αυτά είναι ανοησίες και γίνονται μόνο και μόνο για να μας παίρνουν τα λεφτά. Εγώ, από τότε που σε αντίκρισα, γιορτάζω κάθε μέρα καρδιά μου. Θέλω να μου υποσχεθείς, αυτήν εδώ την στιγμή, ότι δεν θα ξαναχαλάσεις τα λεφτά σου σε ανόητες γιορτές όπως αυτή της μητέρας. Οι μανούλες, παιδί μου, δεν έχουν ανάγκη από γιορτές. Οι μανούλες γιορτάζουν πάντα…”